Греческий словарь
с грамматикой

πριάμαι

[priˈame]глаголA2

Значения

1
покупать, купить
to buy, to purchase · πριάμαι ένα βιβλίο — я покупаю книгу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πριάμαι
εσύ
πριάσαι
αυτός
πριάται
εμείς
πριόμαστε
εσείς
πριάστε
αυτοί
πριώνται
Аорист
εγώ
αγόρασα
εσύ
αγόρασες
αυτός
αγόρασε
εμείς
αγοράσαμε
εσείς
αγοράσατε
αυτοί
αγόρασαν
Будущее
εγώ
θα αγοράσω
εσύ
θα αγοράσεις
αυτός
θα αγοράσει
εμείς
θα αγοράσουμε
εσείς
θα αγοράσετε
αυτοί
θα αγοράσουν

Примеры

Αγόρασα καινούρια παπούτσια χθες.
Вчера я купил новые туфли. · I bought new shoes yesterday.
Πόσα χρήματα θα δώσεις για αυτό που πριάσαι;
Сколько денег ты потратишь на то, что покупаешь? · How much money will you spend on what you're buying?
Κάθε Σάββατο αγοράζω φρούτα στη λαϊκή αγορά.
Каждую субботу я покупаю фрукты на рынке. · Every Saturday I buy fruit at the market.
Θέλω να αγοράσω ένα δώρο για τη φίλη μου.
Я хочу купить подарок для своей подруги. · I want to buy a gift for my friend.