πρεσβεύω
[preˈzvevo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
быть послом, представлять государство за границей
to serve as an ambassador, to represent one's country abroad · πρεσβεύει στις ΗΠΑ — он послом в США
2
отстаивать, пропагандировать (идею, ценность)
to advocate for, to champion (an idea, principle) · πρεσβεύει τις αρχές της δημοκρατίας — он отстаивает принципы демократии
Грамматика
Настоящее время
εγώ
πρεσβεύω
εσύ
πρεσβεύεις
αυτός
πρεσβεύει
εμείς
πρεσβεύουμε
εσείς
πρεσβεύετε
αυτοί
πρεσβεύουν
Аорист
εγώ
πρεσβευσα
εσύ
πρεσβευσες
αυτός
πρεσβευσε
εμείς
πρεσβευσαμε
εσείς
πρεσβευσατε
αυτοί
πρεσβευσαν
Будущее
εγώ
θα πρεσβευσω
εσύ
θα πρεσβευσεις
αυτός
θα πρεσβευσει
εμείς
θα πρεσβευσουμε
εσείς
θα πρεσβευσετε
αυτοί
θα πρεσβευσουν
Примеры
Ο πρέσβης πρεσβεύει στη Γαλλία για δέκα χρόνια.
Посол служит во Франции уже десять лет. · The ambassador has been serving in France for ten years.
Η κυβέρνηση πρεσβεύει τις αρχές του διεθνούς δικαίου.
Правительство отстаивает принципы международного права. · The government advocates for the principles of international law.
Πρέσβευσε για την προστασία του περιβάλλοντος σε όλες τις διεθνείς συνεδριάσεις.
Он пропагандировал защиту окружающей среды на всех международных конференциях. · He championed environmental protection at every international conference.