πρεσβεία
[prezvˈia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
посольство
embassy · η πρεσβεία των ΗΠΑ — посольство США
2
дипломатическая миссия, посольское представительство
diplomatic mission, embassy delegation · μια πρεσβεία στο εξωτερικό — миссия за границей
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πρεσβεία
вин.
την πρεσβεία
род.
της πρεσβείας
зват.
πρεσβεία
Мн. ч.
им.
οι πρεσβείες
вин.
τις πρεσβείες
род.
των πρεσβειών
зват.
πρεσβείες
Примеры
Η πρεσβεία της Ελλάδας είναι στο κέντρο της πόλης.
Греческое посольство находится в центре города. · The Greek embassy is located downtown.
Εργάζεται στην πρεσβεία ως διπλωματικός υπάλληλος.
Он работает в посольстве дипломатическим сотрудником. · He works at the embassy as a diplomatic official.
Μια ειδική πρεσβεία επισκέφθηκε τη χώρα για διαπραγματεύσεις.
Специальная миссия посетила страну для переговоров. · A special diplomatic mission visited the country for negotiations.
Οι πρεσβείες των ευρωπαϊκών χωρών συνεργάζονται στενά.
Посольства европейских стран тесно сотрудничают. · European embassies work closely together.