πραξικόπημα
[praksiˈkopima]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
государственный переворот, путч
coup d'état, coup · ένα παράνομο κατάληψη της εξουσίας — незаконный захват власти
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πραξικόπημα
вин.
το πραξικόπημα
род.
του πραξικοπήματος
зват.
πραξικόπημα
Мн. ч.
им.
τα πραξικοπήματα
вин.
τα πραξικοπήματα
род.
των πραξικοπημάτων
зват.
πραξικοπήματα
Примеры
Το πραξικόπημα του 1967 άλλαξε την ελληνική ιστορία.
Переворот 1967 года изменил ход греческой истории. · The 1967 coup changed the course of Greek history.
Αποτρέψαμε ένα πραξικόπημα με τη συνεργασία του στρατού.
Мы предотвратили путч благодаря сотрудничеству армии. · We averted a coup through military cooperation.
Τα πραξικοπήματα απειλούν την δημοκρατία.
Государственные перевороты угрожают демократии. · Coups threaten democracy.