Греческий словарь
с грамматикой

πρακτορείο

[praktoˈrio]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
агентство, бюро
agency, office · ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο — туристическое агентство
2
конторка агента, точка оказания услуг
agent's office, service point · το πρακτορείο της τράπεζας — отделение банка

Грамматика

Ед. ч.
им.
το πρακτορείο
вин.
το πρακτορείο
род.
του πρακτορείου
зват.
πρακτορείο
Мн. ч.
им.
τα πρακτορεία
вин.
τα πρακτορεία
род.
των πρακτορείων
зват.
πρακτορεία

Примеры

Πήγα στο ταξιδιωτικό πρακτορείο για να κλείσω εισιτήρια.
Я пошёл в туристическое агентство, чтобы забронировать билеты. · I went to the travel agency to book tickets.
Το πρακτορείο ασφαλειών βρίσκεται στην κεντρική οδό.
Страховое агентство находится на главной улице. · The insurance agency is located on the main street.
Έχουν πολλά πρακτορεία σε διαφορετικές πόλεις.
У них есть офисы во многих городах. · They have branches in several cities.
Επικοινώνησα με το πρακτορείο για πληροφορίες.
Я связался с агентством для получения информации. · I contacted the agency for information.