Греческий словарь
с грамматикой

πραγματοποιώ

[praɣmato̞pi̞ˈo]глаголB1

Значения

1
осуществлять, реализовывать, воплощать в жизнь
to carry out, to implement, to realize · πραγματοποιώ ένα σχέδιο — осуществить план
2
совершать, проводить (событие)
to hold, to conduct (an event) · πραγματοποιώ μια συνάντηση — провести встречу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πραγματοποιώ
εσύ
πραγματοποιείς
αυτός
πραγματοποιεί
εμείς
πραγματοποιούμε
εσείς
πραγματοποιείτε
αυτοί
πραγματοποιούν
Аорист
εγώ
πραγματοποίησα
εσύ
πραγματοποίησες
αυτός
πραγματοποίησε
εμείς
πραγματοποιήσαμε
εσείς
πραγματοποιήσατε
αυτοί
πραγματοποίησαν
Будущее
εγώ
θα πραγματοποιήσω
εσύ
θα πραγματοποιήσεις
αυτός
θα πραγματοποιήσει
εμείς
θα πραγματοποιήσουμε
εσείς
θα πραγματοποιήσετε
αυτοί
θα πραγματοποιήσουν

Примеры

Θα πραγματοποιήσουμε το σχέδιό μας του χρόνου.
Мы осуществим наш план в следующем году. · We will carry out our plan next year.
Η εταιρεία πραγματοποίησε μια μεγάλη συνάντηση χθες.
Компания провела большую встречу вчера. · The company held a large meeting yesterday.
Πραγματοποιούν πολλές δράσεις κοινωνικής ευθύνης.
Они осуществляют много мероприятий социальной ответственности. · They conduct many corporate social responsibility activities.
Ο στόχος πραγματοποιήθηκε με επιτυχία.
Цель была успешно достигнута. · The goal was successfully achieved.