Греческий словарь
с грамматикой

πραγματοποίηση

[praɣmato̞ˈpo̞iisi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
осуществление, реализация, претворение в жизнь
implementation, realization, carrying out · η πραγματοποίηση ενός σχεδίου — осуществление плана
2
свершение, совершение (события)
occurrence, taking place (of an event) · η πραγματοποίηση της συναντήσεως — состояние встречи

Грамматика

Ед. ч.
им.
η πραγματοποίηση
вин.
την πραγματοποίηση
род.
της πραγματοποίησης
зват.
πραγματοποίηση
Мн. ч.
им.
οι πραγματοποιήσεις
вин.
τις πραγματοποιήσεις
род.
των πραγματοποιήσεων
зват.
πραγματοποιήσεις

Примеры

Η πραγματοποίηση του έργου χρειάστηκε δύο χρόνια.
Осуществление проекта заняло два года. · The implementation of the project took two years.
Για την πραγματοποίηση των στόχων προσφέρθησαν πόροι.
Для реализации целей были выделены ресурсы. · Resources were allocated to achieve the objectives.
Η πραγματοποίηση της διάσκεψης ήταν αναγκαία για τη συνεργασία.
Проведение конференции было необходимо для сотрудничества. · Holding the conference was necessary for cooperation.