Греческий словарь
с грамматикой

πραγματικότητα

[praɣmatiˈkɔtita]существительноеη · женский родB1

Значения

1
реальность, действительность
reality, actuality · η πραγματικότητα είναι διαφορετική — реальность отличается
2
факт, реальный факт
fact, actual fact · μια σκληρή πραγματικότητα — жёсткий факт

Грамматика

Ед. ч.
им.
η πραγματικότητα
вин.
την πραγματικότητα
род.
της πραγματικότητας
зват.
πραγματικότητα
Мн. ч.
им.
οι πραγματικότητες
вин.
τις πραγματικότητες
род.
των πραγματικοτήτων
зват.
πραγματικότητες

Примеры

Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη.
Реальность сложнее. · Reality is more complicated.
Πρέπει να αποδεχθούμε την πραγματικότητα.
Мы должны признать факты. · We must accept the facts.
Οι πραγματικότητες του κόσμου αλλάζουν.
Реалии мира меняются. · The realities of the world are changing.
Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα της ζωής.
Это суровая действительность жизни. · That is the harsh reality of life.