πραγματεία
[praɣmateˈia]существительноеη · женский родC1
Значения
1
трактат, научное сочинение на определённую тему
treatise, scholarly work on a specific subject · μια πραγματεία για τη φιλοσοφία — трактат о философии
2
диссертация, дипломная работа
dissertation, thesis · η πραγματεία του για το μεταπτυχιακό — его диссертация для магистерской программы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πραγματεία
вин.
την πραγματεία
род.
της πραγματείας
зват.
πραγματεία
Мн. ч.
им.
οι πραγματείες
вин.
τις πραγματείες
род.
των πραγματειών
зват.
πραγματείες
Примеры
Ο ακαδημαϊκός έγραψε μια σημαντική πραγματεία για την αρχαία ελληνική ιστορία.
Академик написал важный трактат по истории Древней Греции. · The academic wrote an important treatise on ancient Greek history.
Η πραγματεία του φοιτητή εξετάζει τις σύγχρονες κλιματικές αλλαγές.
Диссертация студента исследует современные изменения климата. · The student's thesis examines contemporary climate change.
Πολλές πραγματείες έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικά περιοδικά.
Многие трактаты были опубликованы в научных журналах. · Many treatises have been published in academic journals.