Греческий словарь
с грамматикой

πρίσμα

[ˈprizma]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
призма (оптический прибор)
prism (optical instrument) · το πρίσμα διαθλά το φως — призма преломляет свет
2
призма (геометрическое тело)
prism (geometric solid) · ένα τριγωνικό πρίσμα — треугольная призма
3
призма (перспектива, точка зрения)
lens, prism (perspective, viewpoint) · μέσα από το πρίσμα της ιστορίας — сквозь призму истории

Грамматика

Ед. ч.
им.
το πρίσμα
вин.
το πρίσμα
род.
του πρίσματος
зват.
πρίσμα
Мн. ч.
им.
τα πρίσματα
вин.
τα πρίσματα
род.
των πρισμάτων
зват.
πρίσματα

Примеры

Το φως περνά μέσα από το πρίσμα και χωρίζεται.
Свет проходит через призму и разделяется. · Light passes through the prism and splits.
Στο μάθημα γεωμετρίας μελετούμε τα πρίσματα.
На уроке геометрии мы изучаем призмы. · In geometry class we study prisms.
Δεν πρέπει να κρίνουμε μέσα από το πρίσμα της προκατάληψης.
Не следует судить сквозь призму предубеждения. · We shouldn't judge through the prism of prejudice.