πρίγκιπας
[ˈpriŋkipas]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
принц
prince · ο πρίγκιπας της Ουαλίας — принц Уэльский
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο πρίγκιπας
вин.
τον πρίγκιπα
род.
του πρίγκιπα
зват.
πρίγκιπα
Мн. ч.
им.
οι πρίγκιπες
вин.
τους πρίγκιπες
род.
των πρίγκιπων
зват.
πρίγκιπες
Примеры
Ο πρίγκιπας είναι γιος του βασιλιά.
Принц — сын короля. · The prince is the king's son.
Η πριγκίπισσα παντρεύτηκε έναν πρίγκιπα.
Принцесса вышла замуж за принца. · The princess married a prince.
Οι πρίγκιπες φορούν καθυστερημένα ρούχα.
Принцы носят формальную одежду. · The princes wear formal clothes.