πρήξιμο
[ˈprixin̪o]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
отрыжка, отрыгивание
belch, burp · έκλυση αερίου από το στόμα — выход газа из рта
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πρήξιμο
вин.
το πρήξιμο
род.
του πρήξιμου
зват.
πρήξιμο
Мн. ч.
им.
τα πρήξιματα
вин.
τα πρήξιματα
род.
των πρηξιμάτων
зват.
πρήξιματα
Примеры
Το παιδί έκανε δυνατό πρήξιμο στο τραπέζι.
Ребёнок громко отрыгнул за столом. · The child belched loudly at the table.
Τα πρήξιματα ήταν αδιάκοπα μετά το φαγητό.
Отрыжки были непрерывными после еды. · The burps were continuous after the meal.
Ήταν άσχημο να κάνει πρήξιμο σε δημόσιο χώρο.
Было невежливо отрыгивать в общественном месте. · It was impolite to burp in public.