Греческий словарь
с грамматикой

πρήζω

[ˈpriːzo]глаголB1

Значения

1
надоедать, раздражать, докучать
to pester, to annoy, to bug · Με πρήζεις με τις ερωτήσεις σου. — Ты мне надоедаешь со своими вопросами.
2
жужжать (о насекомых)
to buzz (of insects) · Η μέλισσα πρήζει γύρω μας. — Пчела жужжит вокруг нас.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πρήζω
εσύ
πρήζεις
αυτός
πρήζει
εμείς
πρήζουμε
εσείς
πρήζετε
αυτοί
πρήζουν
Аорист
εγώ
πρήξα
εσύ
πρήξες
αυτός
πρήξε
εμείς
πρήξαμε
εσείς
πρήξατε
αυτοί
πρήξαν
Будущее
εγώ
θα πρήξω
εσύ
θα πρήξεις
αυτός
θα πρήξει
εμείς
θα πρήξουμε
εσείς
θα πρήξετε
αυτοί
θα πρήξουν

Примеры

Σταμάτα να με πρήζεις με τα προβλήματά σου.
Перестань мне надоедать со своими проблемами. · Stop bugging me with your problems.
Την πρήξε όλη μέρα με ερωτήσεις.
Она мучила его вопросами весь день. · She pestered him with questions all day long.
Τα κουνούπια πρήζουν κάθε βράδυ.
Комары жужжат каждый вечер. · The mosquitoes buzz every evening.
Θα σε πρήξω με τις λεπτομέρειες αργότερα.
Я тебя замучу деталями позже. · I'll bore you with the details later.