Греческий словарь
с грамматикой

πρέπω

[ˈprepo]глаголA1

Значения

1
нужно, следует, надо (безличный глагол с дательным падежом)
must, should, have to (impersonal verb with dative) · Πρέπει να φύγεις. — Тебе нужно уходить.
2
быть подходящим, подходить, соответствовать
to be fitting, to suit, to be appropriate · Αυτό δεν πρέπει σε μένα. — Это мне не подходит.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πρέπω
εσύ
πρέπεις
αυτός
πρέπει
εμείς
πρέπουμε
εσείς
πρέπετε
αυτοί
πρέπουν
Аорист
εγώ
έπρεψα
εσύ
έπρεψες
αυτός
έπρεψε
εμείς
επρέψαμε
εσείς
επρέψατε
αυτοί
έπρεψαν
Будущее
εγώ
θα πρέψω
εσύ
θα πρέψεις
αυτός
θα πρέψει
εμείς
θα πρέψουμε
εσείς
θα πρέψετε
αυτοί
θα πρέψουν

Примеры

Πρέπει να σταματήσεις να τρως.
Ты должен перестать есть. · You need to stop eating.
Έπρεπε να έρθεις νωρίτερα.
Ты должен был прийти раньше. · You should have come earlier.
Αυτό το φόρεμα σε πρέπει πολύ.
Это платье тебе очень идёт. · That dress suits you very well.
Θα πρέψει να μιλήσει με τον δάσκαλο.
Ему нужно будет поговорить с учителем. · He will have to talk to the teacher.