Греческий словарь
с грамматикой

πράττω

[ˈprato]глаголB1

Значения

1
делать, совершать
do, act, perform · τι πράττεις; — что ты делаешь?
2
поступать, вести себя
behave, conduct oneself · καλώς πράττω — я поступаю хорошо

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πράττω
εσύ
πράττεις
αυτός
πράττει
εμείς
πράττουμε
εσείς
πράττετε
αυτοί
πράττουν
Аорист
εγώ
έπραξα
εσύ
έπραξες
αυτός
έπραξε
εμείς
επράξαμε
εσείς
επράξατε
αυτοί
έπραξαν
Будущее
εγώ
θα πράξω
εσύ
θα πράξεις
αυτός
θα πράξει
εμείς
θα πράξουμε
εσείς
θα πράξετε
αυτοί
θα πράξουν

Примеры

Τι πράττεις αυτές τις μέρες;
Что ты делаешь в эти дни? · What have you been up to lately?
Έπραξε σωστά όταν αρνήθηκε.
Она поступила правильно, когда отказала. · She did the right thing when she refused.
Πράττουμε ό,τι μπορούμε για να βοηθήσουμε.
Мы делаем всё, что можем, чтобы помочь. · We're doing everything we can to help.
Θα πράξει όπως του το διέταξα.
Он будет делать то, что я ему приказал. · He will do as I have ordered.