ποντικάκι
[pondiˈkaki]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
мышка, маленькая мышь
mouse, small mouse · ένα μικρό ποντικάκι — маленькая мышка
2
компьютерная мышка
computer mouse · ποντικάκι του υπολογιστή — компьютерная мышка
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ποντικάκι
вин.
το ποντικάκι
род.
του ποντικακιού
зват.
ποντικάκι
Мн. ч.
им.
τα ποντικάκια
вин.
τα ποντικάκια
род.
των ποντικακιών
зват.
ποντικάκια
Примеры
Το ποντικάκι έφυγε από την κουζίνα.
Мышка убежала из кухни. · The mouse ran away from the kitchen.
Κράτησε το ποντικάκι του υπολογιστή στο χέρι του.
Он держал компьютерную мышку в руке. · He held the computer mouse in his hand.
Τα ποντικάκια έκαναν φασαρία τη νύχτα.
Мышки шумели ночью. · The mice made noise at night.