πολυπλοκότητα
[poliploˈkotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
сложность, запутанность
complexity, intricacy · η πολυπλοκότητα του προβλήματος — сложность проблемы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πολυπλοκότητα
вин.
την πολυπλοκότητα
род.
της πολυπλοκότητας
зват.
πολυπλοκότητα
Мн. ч.
им.
οι πολυπλοκότητες
вин.
τις πολυπλοκότητες
род.
των πολυπλοκοτήτων
зват.
πολυπλοκότητες
Примеры
Η πολυπλοκότητα του συστήματος απαιτεί εξειδικευμένη γνώση.
Сложность системы требует специализированных знаний. · The complexity of the system requires specialized knowledge.
Αντιμετωπίζουν πολυπλοκότητες στην εφαρμογή του νόμου.
Они сталкиваются с трудностями при применении закона. · They face complexities in implementing the law.
Παρά την πολυπλοκότητά της, η λύση ήταν αποτελεσματική.
Несмотря на её сложность, решение было эффективным. · Despite its complexity, the solution was effective.