πολυκατάστημα
[polikaˈtastima]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
универсам, универсальный магазин
supermarket, department store · μεγάλο κατάστημα με πολλά είδη — большой магазин с разными товарами
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πολυκατάστημα
вин.
το πολυκατάστημα
род.
του πολυκαταστήματος
зват.
πολυκατάστημα
Мн. ч.
им.
τα πολυκαταστήματα
вин.
τα πολυκαταστήματα
род.
των πολυκαταστημάτων
зват.
πολυκαταστήματα
Примеры
Πάμε στο πολυκατάστημα να αγοράσουμε ρούχα.
Пойдём в универсам купить одежду. · Let's go to the department store to buy clothes.
Τα πολυκαταστήματα είναι ανοιχτά μέχρι τις 9 το βράδυ.
Универсамы открыты до 9 часов вечера. · The supermarkets are open until 9 p.m.
Στο πολυκατάστημα θα βρεις όλα όσα χρειάζεσαι.
В универсаме найдёшь всё необходимое. · In the supermarket you'll find everything you need.
Η τιμή στο πολυκατάστημα είναι φθηνότερη.
Цена в универсаме дешевле. · The price at the supermarket is cheaper.