πολυθρόνα
[poliˈθrona]существительноеη · женский родA1
Значения
1
кресло, удобное кресло с подлокотниками
armchair, comfortable chair with armrests · κάθομαι στην πολυθρόνα — сидеть в кресле
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πολυθρόνα
вин.
την πολυθρόνα
род.
της πολυθρόνας
зват.
πολυθρόνα
Мн. ч.
им.
οι πολυθρόνες
вин.
τις πολυθρόνες
род.
των πολυθρόνων
зват.
πολυθρόνες
Примеры
Η πολυθρόνα είναι πολύ άνετη και μαλακή.
Кресло очень удобное и мягкое. · The armchair is very comfortable and soft.
Κάθεται στην πολυθρόνα και διαβάζει.
Он сидит в кресле и читает. · He sits in the armchair and reads.
Αγόρασε δύο καινούργιες πολυθρόνες για το σαλόνι.
Он купил два новых кресла для гостиной. · He bought two new armchairs for the living room.