πολλαπλότητα
[polaˈplotiˌta]существительноеη · женский родC1
Значения
1
множественность, множество, многообразие
multiplicity, plurality, variety · η πολλαπλότητα των απόψεων — множество точек зрения
2
кратность (в математике)
multiplicity (in mathematics) · πολλαπλότητα ρίζας — кратность корня
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πολλαπλότητα
вин.
την πολλαπλότητα
род.
της πολλαπλότητας
зват.
πολλαπλότητα
Мн. ч.
им.
οι πολλαπλότητες
вин.
τις πολλαπλότητες
род.
των πολλαπλοτήτων
зват.
πολλαπλότητες
Примеры
Η πολλαπλότητα των πολιτισμών εμπλουτίζει την κοινωνία.
Многообразие культур обогащает общество. · The multiplicity of cultures enriches society.
Στα μαθηματικά, η πολλαπλότητα μιας ρίζας είναι σημαντική.
В математике кратность корня имеет значение. · In mathematics, the multiplicity of a root matters.
Αυτή η πολλαπλότητα απόψεων δημιουργεί πολλές προκλήσεις.
Это многообразие мнений создаёт множество проблем. · This variety of opinions creates many challenges.