πολλαπλασιασμός
[polaplasiˈazmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
умножение (математическая операция)
multiplication (arithmetic operation) · ο πολλαπλασιασμός δύο αριθμών — умножение двух чисел
2
увеличение, размножение, умножение (в количестве)
increase, multiplication, proliferation · ο πολλαπλασιασμός του πληθυσμού — увеличение численности населения
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο πολλαπλασιασμός
вин.
τον πολλαπλασιασμό
род.
του πολλαπλασιασμού
зват.
πολλαπλασιασμέ
Мн. ч.
им.
οι πολλαπλασιασμοί
вин.
τους πολλαπλασιασμούς
род.
των πολλαπλασιασμών
зват.
πολλαπλασιασμοί
Примеры
Ο πολλαπλασιασμός είναι μία από τις τέσσερις βασικές πράξεις.
Умножение — одна из четырёх основных арифметических операций. · Multiplication is one of the four basic arithmetic operations.
Ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων είναι ζωτικής σημασίας.
Размножение клеток имеет жизненно важное значение. · Cell multiplication is of vital importance.
Παρατηρήθηκε πολλαπλασιασμός των περιστατικών της ασθένειας.
Было замечено увеличение числа случаев болезни. · An increase in disease cases was observed.