πολλαπλασιάζω
[polaplaˈsjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
умножать (в математике)
to multiply (in mathematics) · πολλαπλασιάζω δύο επί τρία — умножаю два на три
2
размножаться, увеличиваться в количестве
to multiply, to increase in number · τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται — проблемы умножаются
Грамматика
Настоящее время
εγώ
πολλαπλασιάζω
εσύ
πολλαπλασιάζεις
αυτός
πολλαπλασιάζει
εμείς
πολλαπλασιάζουμε
εσείς
πολλαπλασιάζετε
αυτοί
πολλαπλασιάζουν
Аорист
εγώ
πολλαπλασίασα
εσύ
πολλαπλασίασες
αυτός
πολλαπλασίασε
εμείς
πολλαπλασιάσαμε
εσείς
πολλαπλασιάσατε
αυτοί
πολλαπλασίασαν
Будущее
εγώ
θα πολλαπλασιάσω
εσύ
θα πολλαπλασιάσεις
αυτός
θα πολλαπλασιάσει
εμείς
θα πολλαπλασιάσουμε
εσείς
θα πολλαπλασιάσετε
αυτοί
θα πολλαπλασιάσουν
Примеры
Πολλαπλασιάζουμε δύο επί τέσσερα.
Мы умножаем два на четыре. · We multiply two by four.
Τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται κάθε χρόνο.
Проблемы умножаются с каждым годом. · Problems multiply every year.
Αν πολλαπλασιάσεις τρία επί πέντε θα πάρεις δεκαπέντε.
Если ты умножишь три на пять, получишь пятнадцать. · If you multiply three by five, you'll get fifteen.
Οι περιπτώσεις του ιού έχουν πολλαπλασιαστεί εξαιρετικά.
Случаи вируса увеличились в разы. · Cases of the virus have multiplied dramatically.