πολλαπλάσιο
[polaˈplasjo]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
кратное число, число, полученное умножением целого на другое целое число
multiple; a number obtained by multiplying an integer by another integer · το πολλαπλάσιο του τρία — кратное числу три
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πολλαπλάσιο
вин.
το πολλαπλάσιο
род.
του πολλαπλασίου
зват.
πολλαπλάσιο
Мн. ч.
им.
τα πολλαπλάσια
вин.
τα πολλαπλάσια
род.
των πολλαπλασίων
зват.
πολλαπλάσια
Примеры
Το δώδεκα είναι πολλαπλάσιο του τέσσερα.
Двенадцать — это число, кратное четырём. · Twelve is a multiple of four.
Τα πολλαπλάσια του πέντε είναι 5, 10, 15, 20...
Числа, кратные пяти, — это 5, 10, 15, 20... · The multiples of five are 5, 10, 15, 20...
Χρειάζεται το ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο αυτών των αριθμών.
Нужно найти наименьшее общее кратное этих чисел. · We need to find the least common multiple of these numbers.