Греческий словарь
с грамматикой

πολιτίζω

[poliˈtizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
цивилизовать, приобщать к цивилизации
to civilize, to make civilized · πολιτίζω έναν άγριο λαό — цивилизовать дикий народ
2
воспитывать, обучать вежливости
to educate, to teach manners · πολιτίζω τα παιδιά — воспитывать детей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πολιτίζω
εσύ
πολιτίζεις
αυτός
πολιτίζει
εμείς
πολιτίζουμε
εσείς
πολιτίζετε
αυτοί
πολιτίζουν
Аорист
εγώ
πολιτίσα
εσύ
πολιτίσες
αυτός
πολιτίσε
εμείς
πολιτίσαμε
εσείς
πολιτίσατε
αυτοί
πολιτίσαν
Будущее
εγώ
θα πολιτίσω
εσύ
θα πολιτίσεις
αυτός
θα πολιτίσει
εμείς
θα πολιτίσουμε
εσείς
θα πολιτίσετε
αυτοί
θα πολιτίσουν

Примеры

Ο αποστολέας προσπάθησε να πολιτίσει τους αγρίους κατοίκους της περιοχής.
Миссионер пытался цивилизовать диких жителей региона. · The missionary tried to civilize the wild inhabitants of the region.
Η εκπαίδευση πολιτίζει και διαπλάθει τον ανθρώπινο χαρακτήρα.
Образование цивилизует и формирует человеческий характер. · Education civilizes and shapes human character.
Πολιτίσαμε τα παιδιά με ωραία παραδείγματα και καλές συνήθειες.
Мы воспитали детей хорошим примером и полезными привычками. · We educated the children through good examples and healthy habits.