Греческий словарь
с грамматикой

πολιορκώ

[poliˈorko]глаголC1

Значения

1
осаждать (город, крепость)
to besiege (a city, fortress) · πολιορκώ την πόλη — осаждаю город
2
постоянно преследовать, изводить
to harass persistently, to hound · πολιορκώ κάποιον με ερωτήσεις — изводу кого-то вопросами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πολιορκώ
εσύ
πολιορκείς
αυτός
πολιορκεί
εμείς
πολιορκούμε
εσείς
πολιορκείτε
αυτοί
πολιορκούν
Аорист
εγώ
πολιόρκησα
εσύ
πολιόρκησες
αυτός
πολιόρκησε
εμείς
πολιορκήσαμε
εσείς
πολιορκήσατε
αυτοί
πολιόρκησαν
Будущее
εγώ
θα πολιορκήσω
εσύ
θα πολιορκήσεις
αυτός
θα πολιορκήσει
εμείς
θα πολιορκήσουμε
εσείς
θα πολιορκήσετε
αυτοί
θα πολιορκήσουν

Примеры

Το κάστρο πολιορκήθηκε για τρεις μήνες.
Крепость осаждалась три месяца. · The fortress was besieged for three months.
Ο εχθρός πολιορκούσε την πόλη με σθένος.
Враг упорно осаждал город. · The enemy besieged the city relentlessly.
Τον πολιορκούν με αιτήματα και παράπονα.
Его изводят просьбами и жалобами. · They hound him with requests and complaints.