Греческий словарь
с грамматикой

πολεμώ

[poˈlemo]глаголB1

Значения

1
воевать, сражаться
to fight, to wage war · πολεμάει κατά του εχθρού — воюет против врага
2
бороться (переносное значение)
to struggle, to fight (figurative) · πολεμάει κατά της φτώχειας — борется против бедности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πολεμώ
εσύ
πολεμάς
αυτός
πολεμάει
εμείς
πολεμάμε
εσείς
πολεμάτε
αυτοί
πολεμάνε
Аорист
εγώ
πολέμησα
εσύ
πολέμησες
αυτός
πολέμησε
εμείς
πολεμήσαμε
εσείς
πολεμήσατε
αυτοί
πολέμησαν
Будущее
εγώ
θα πολεμώ
εσύ
θα πολεμάς
αυτός
θα πολεμάει
εμείς
θα πολεμάμε
εσείς
θα πολεμάτε
αυτοί
θα πολεμάνε

Примеры

Οι δύο χώρες πολεμούν για δεκαετίες.
Две страны воюют в течение десятилетий. · The two countries have been fighting for decades.
Πολεμάει κατά της κλιματικής αλλαγής.
Он борется против изменения климата. · He fights against climate change.
Πολέμησαν για την ανεξαρτησία τους.
Они боролись за свою независимость. · They fought for their independence.
Θα πολεμώ για την δικαιοσύνη.
Я буду бороться за справедливость. · I will fight for justice.