Греческий словарь
с грамматикой

πολεμάω

[poleˈmaːo]глаголB1

Значения

1
воевать, вести войну
wage war, fight in battle · πολεμά κατά του εχθρού — воевать против врага
2
враждовать, быть во враждебных отношениях
be at odds with, be hostile towards · πολεμά με τον αδελφό του — враждует с собственным братом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πολεμάω
εσύ
πολεμάς
αυτός
πολεμά
εμείς
πολεμάμε
εσείς
πολεμάτε
αυτοί
πολεμάνε
Аорист
εγώ
πολέμησα
εσύ
πολέμησες
αυτός
πολέμησε
εμείς
πολεμήσαμε
εσείς
πολεμήσατε
αυτοί
πολέμησαν
Будущее
εγώ
θα πολεμήσω
εσύ
θα πολεμήσεις
αυτός
θα πολεμήσει
εμείς
θα πολεμήσουμε
εσείς
θα πολεμήσετε
αυτοί
θα πολεμήσουν

Примеры

Οι δύο χώρες πολέμησαν για πολλά χρόνια.
Две страны вели войну много лет. · The two countries fought for many years.
Θα πολεμήσουν για την ελευθερία τους.
Они будут бороться за свою свободу. · They will fight for their freedom.
Πολεμά με τα προβλήματα της ζωής.
Она борется с жизненными трудностями. · She struggles with life's difficulties.