Греческий словарь
с грамматикой

ποιότητα

[pioˈtita]существительноеη · женский родB1

Значения

1
качество, свойство
quality, characteristic · καλή ποιότητα — хорошее качество
2
статус, положение, звание
status, rank, capacity · με την ποιότητα του δασκάλου — в качестве учителя

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ποιότητα
вин.
την ποιότητα
род.
της ποιότητας
зват.
ποιότητα
Мн. ч.
им.
οι ποιότητες
вин.
τις ποιότητες
род.
των ποιοτήτων
зват.
ποιότητες

Примеры

Αυτό το προϊόν έχει υψηλή ποιότητα.
Этот продукт имеет высокое качество. · This product has high quality.
Προτιμώ την ποιότητα από την ποσότητα.
Я предпочитаю качество количеству. · I prefer quality over quantity.
Ως διευθυντής, έχει την ποιότητα να διαχειρίζεται καλά.
В качестве директора он хорошо управляет. · In his capacity as director, he manages well.
Οι ποιότητες του ανθρώπου φαίνονται στις δύσκολες στιγμές.
Качества человека проявляются в трудные моменты. · A person's qualities show in difficult times.