Греческий словарь
с грамматикой

ποικίλω

[piˈkilo]глаголC1

Значения

1
разнообразить, делать разнообразным
to vary, to make varied or diverse · ποικίλω τα χρώματα — разнообразю цвета
2
менять, чередовать
to change, to alternate · ποικίλω τα θέματα — чередую темы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ποικίλω
εσύ
ποικίλεις
αυτός
ποικίλει
εμείς
ποικίλουμε
εσείς
ποικίλετε
αυτοί
ποικίλουν
Аорист
εγώ
ποίκιλα
εσύ
ποίκιλες
αυτός
ποίκιλε
εμείς
ποικίλαμε
εσείς
ποικίλατε
αυτοί
ποίκιλαν
Будущее
εγώ
θα ποικίλω
εσύ
θα ποικίλεις
αυτός
θα ποικίλει
εμείς
θα ποικίλουμε
εσείς
θα ποικίλετε
αυτοί
θα ποικίλουν

Примеры

Ο συγγραφέας ποικίλει τα στυλ του.
Писатель разнообразит свои стили. · The author varies his styles.
Έπρεπε να ποικίλουν τα θέματα των διαλέξεων.
Нужно было чередовать темы лекций. · They had to alternate the lecture topics.
Ποίκιλε τη μουσική για να κρατήσει ενδιαφέρον το κοινό.
Он разнообразил музыку, чтобы удержать интерес публики. · He varied the music to maintain the audience's interest.