Греческий словарь
с грамматикой

ποικίλλω

[piˈkilo]глаголC1

Значения

1
разнообразить, придавать разнообразие
to vary, to make varied or diverse · ποικίλλει το πρόγραμμα — разнообразит программу
2
украшать различными цветами или узорами (архаич./лит.)
to embroider or variegate with colours (archaic/literary) · ποικίλλει το ύφασμα — украшает ткань узорами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ποικίλλω
εσύ
ποικίλλεις
αυτός
ποικίλλει
εμείς
ποικίλλουμε
εσείς
ποικίλλετε
αυτοί
ποικίλλουν
Аорист
εγώ
ποικίλλησα
εσύ
ποικίλλησες
αυτός
ποικίλλησε
εμείς
ποικίλλησαμε
εσείς
ποικίλλησατε
αυτοί
ποικίλλησαν
Будущее
εγώ
θα ποικίλλω
εσύ
θα ποικίλλεις
αυτός
θα ποικίλλει
εμείς
θα ποικίλλουμε
εσείς
θα ποικίλλετε
αυτοί
θα ποικίλλουν

Примеры

Χρειάζεται να ποικίλλει τα θέματά του.
Ему нужно разнообразить свои темы. · He needs to vary his subjects.
Ο συγγραφέας ποικίλλει το ύφος του κατά τη διήγηση.
Автор разнообразит свой стиль на протяжении рассказа. · The author varies his style throughout the narrative.
Οι αρχαίοι καλλιτέχνες ποικίλλουν τα έργα τους με πολύχρωμα σχέδια.
Древние мастера украшали свои работы разноцветными узорами. · Ancient artisans embellished their works with multicoloured designs.