ποθώ
[poˈθo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
скучать по кому-л., чему-л.; желать, стремиться
to long for, to miss, to yearn for · Ποθώ την πατρίδα μου — Я скучаю по своей родине
2
страстно желать; жаждать
to desire ardently, to crave · Ποθώ να δω την θάλασσα — Я мечтаю увидеть море
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ποθώ
εσύ
ποθάς
αυτός
ποθά
εμείς
ποθούμε
εσείς
ποθάτε
αυτοί
ποθούν
Аорист
εγώ
ποθησα
εσύ
ποθησες
αυτός
ποθησε
εμείς
ποθησαμε
εσείς
ποθησατε
αυτοί
ποθησαν
Будущее
εγώ
θα ποθησω
εσύ
θα ποθησεις
αυτός
θα ποθησει
εμείς
θα ποθησουμε
εσείς
θα ποθησετε
αυτοί
θα ποθησουν
Примеры
Ποθώ πολύ την οικογένειά μου στο εξωτερικό.
Я очень скучаю по своей семье за границей. · I miss my family abroad very much.
Ποθούσε να ταξιδέψει ξανά στην Ελλάδα.
Она мечтала ещё раз поехать в Грецию. · She longed to travel to Greece again.
Πόσο ποθώ αυτήν τη γλυκιά ησυχία των βουνών!
Как я жажду эту сладкую тишину гор! · How I crave that sweet mountain silence!
Θα ποθήσει τη μέρα που έφυγε αν δεν ξαναγυρίσει.
Он будет тосковать по дню, когда уехал, если больше не вернётся. · He will long for the day he left if he doesn't return.