Греческий словарь
с грамматикой

ποδόσφαιρο

[poˈðosfɛro]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
футбол
football, soccer · παίζω ποδόσφαιρο — играю в футбол
2
футбольный мяч
football, soccer ball · κλώτσησε το ποδόσφαιρο — пнул мяч

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ποδόσφαιρο
вин.
το ποδόσφαιρο
род.
του ποδοσφαίρου
зват.
ποδόσφαιρο
Мн. ч.
им.
τα ποδόσφαιρα
вин.
τα ποδόσφαιρα
род.
των ποδοσφαίρων
зват.
ποδόσφαιρα

Примеры

Αγαπώ το ποδόσφαιρο και παίζω κάθε Σάββατο.
Я люблю футбол и играю каждую субботу. · I love football and play every Saturday.
Τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο στο πάρκο.
Дети играют в футбол в парке. · The children are playing football in the park.
Το ποδόσφαιρο είναι το πιο δημοφιλές άθλημα.
Футбол — самый популярный вид спорта. · Football is the most popular sport.
Χρειάζομαι ένα νέο ποδόσφαιρο για το παιχνίδι.
Мне нужен новый мяч для матча. · I need a new ball for the match.