ποδοσφαιριστής
[pɔðɔsfɛˈristis]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
футболист
footballer, soccer player · παίζει ποδόσφαιρο — играет в футбол
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ποδοσφαιριστής
вин.
τον ποδοσφαιριστή
род.
του ποδοσφαιριστή
зват.
ποδοσφαιριστή
Мн. ч.
им.
οι ποδοσφαιριστές
вин.
τους ποδοσφαιριστές
род.
των ποδοσφαιριστών
зват.
ποδοσφαιριστές
Примеры
Ο ποδοσφαιριστής σκόραρε δύο γκολ.
Футболист забил два гола. · The footballer scored two goals.
Οι ποδοσφαιριστές προπονούνται κάθε πρωί.
Футболисты тренируются каждое утро. · The footballers train every morning.
Θέλω να γίνω ποδοσφαιριστής όταν μεγαλώσω.
Я хочу стать футболистом, когда вырасту. · I want to become a footballer when I grow up.
Ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου έχει πολλά βραβεία.
Лучший футболист в мире имеет много наград. · The best footballer in the world has many awards.