Греческий словарь
с грамматикой

ποδήλατο

[poˈðilato]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
велосипед
bicycle · δύο τροχοί και πετάλια — два колеса и педали

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ποδήλατο
вин.
το ποδήλατο
род.
του ποδηλάτου
зват.
ποδήλατο
Мн. ч.
им.
τα ποδήλατα
вин.
τα ποδήλατα
род.
των ποδηλάτων
зват.
ποδήλατα

Примеры

Αγοράσαμε ένα καινούργιο ποδήλατο για τον γιο μας.
Мы купили новый велосипед нашему сыну. · We bought a new bicycle for our son.
Πηγαίνω στο σχολείο με το ποδήλατό μου.
Я хожу в школу на своём велосипеде. · I go to school by bicycle.
Τα παιδιά έπαιζαν με τα ποδήλατά τους στο πάρκο.
Дети играли на своих велосипедах в парке. · The children played on their bicycles in the park.
Η αλυσίδα του ποδηλάτου είναι χαλασμένη.
Цепь велосипеда сломана. · The bicycle chain is broken.