Греческий словарь
с грамматикой

πνίγω

[ˈpnço]глаголB1

Значения

1
душить, удушать
to strangle, to choke, to suffocate · πνίγει τον εχθρό — душит врага
2
подавлять, угнетать
to suppress, to oppress · πνίγει την ελευθερία — подавляет свободу
3
дышать с трудом, задыхаться
to gasp for breath, to suffocate · πνίγεται από τον καπνό — задыхается от дыма

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πνίγω
εσύ
πνίγεις
αυτός
πνίγει
εμείς
πνίγουμε
εσείς
πνίγετε
αυτοί
πνίγουν
Аорист
εγώ
έπνιξα
εσύ
έπνιξες
αυτός
έπνιξε
εμείς
επνίξαμε
εσείς
επνίξατε
αυτοί
έπνιξαν
Будущее
εγώ
θα πνίξω
εσύ
θα πνίξεις
αυτός
θα πνίξει
εμείς
θα πνίξουμε
εσείς
θα πνίξετε
αυτοί
θα πνίξουν

Примеры

Το πρωί πνίγεται από τον πολλό καπνό.
По утрам он задыхается от обилия дыма. · In the mornings he chokes from all the smoke.
Ο δικτάτορας έπνιξε κάθε ελπίδα ελευθερίας.
Диктатор подавил всякую надежду на свободу. · The dictator crushed every hope of freedom.
Στο παιχνίδι, ο ισχυρός παίκτης πνίγει τον αντίπαλό του.
В игре сильный игрок задушил своего соперника. · In the match, the stronger player overwhelmed his opponent.
Θα πνιγούν από την απόγνωση αν δεν τους βοηθήσουμε.
Они задохнутся от отчаяния, если мы им не поможем. · They will be suffocated by despair if we don't help them.