Греческий словарь
с грамматикой

πνέω

[ˈpneo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
дуть, дышать
to blow, to breathe · ο άνεμος πνέει — ветер дует
2
веять (о воздухе, ветре)
to waft, to be in the air (of wind or air) · ένα φρέσκο αεράκι πνέει — веет свежий ветерок

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πνέω
εσύ
πνέεις
αυτός
πνέει
εμείς
πνέουμε
εσείς
πνέετε
αυτοί
πνέουν
Аорист
εγώ
έπνευσα
εσύ
έπνευσες
αυτός
έπνευσε
εμείς
πνεύσαμε
εσείς
πνεύσατε
αυτοί
έπνευσαν
Будущее
εγώ
θα πνεύσω
εσύ
θα πνεύσεις
αυτός
θα πνεύσει
εμείς
θα πνεύσουμε
εσείς
θα πνεύσετε
αυτοί
θα πνεύσουν

Примеры

Ο βόρειος άνεμος πνέει δυνατά.
Северный ветер дует сильно. · The north wind is blowing hard.
Χθες έπνευσε ένα φρέσκο αεράκι.
Вчера подул свежий ветерок. · Yesterday a fresh breeze blew.
Πνέουν δυσάρεστες μυρωδιές από την αποθήκη.
От склада несёт неприятные запахи. · Unpleasant smells are wafting from the warehouse.