πλωτάρχης
[plotˈarxis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
капитан корабля, командир судна
ship captain, commanding officer of a vessel · ο πλωτάρχης του πλοίου — капитан корабля
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο πλωτάρχης
вин.
τον πλωτάρχη
род.
του πλωτάρχη
зват.
πλωτάρχη
Мн. ч.
им.
οι πλωτάρχες
вин.
τους πλωτάρχες
род.
των πλωταρχών
зват.
πλωτάρχες
Примеры
Ο πλωτάρχης έδωσε διαταγές στο πλήρωμα.
Капитан отдал приказания экипажу. · The captain gave orders to the crew.
Συναντήθηκα με τον πλωτάρχη του υπερωκεάνειου.
Я встретился с капитаном лайнера. · I met with the captain of the ocean liner.
Οι πλωτάρχες των αλιευτικών σκαφών είναι πολύ έμπειροι.
Капитаны рыболовных судов очень опытны. · The captains of fishing vessels are very experienced.