πλυντήριο
[plinˈtirio]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
стиральная машина
washing machine · μηχάνημα για πλύσιμο ρούχων — аппарат для стирки белья
2
прачечная (общественная)
laundromat; public laundry · χώρος με πολλές πλυντήρια — помещение с несколькими машинами
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πλυντήριο
вин.
το πλυντήριο
род.
του πλυντηρίου
зват.
πλυντήριο
Мн. ч.
им.
τα πλυντήρια
вин.
τα πλυντήρια
род.
των πλυντηρίων
зват.
πλυντήρια
Примеры
Το πλυντήριό μας δεν λειτουργεί σήμερα.
Наша стиральная машина сегодня не работает. · Our washing machine isn't working today.
Πρέπει να πάω στο πλυντήριο με τα ρούχα μου.
Мне нужно отнести вещи в прачечную. · I need to take my clothes to the laundromat.
Έβαλα το πλυντήριο να τρέξει για μία ώρα.
Я запустил стиральную машину на час. · I set the washing machine to run for an hour.
Τα πλυντήρια της συνοικίας είναι φθηνά.
Прачечные в районе недорогие. · The laundromats in the neighbourhood are cheap.