πλουτώνιο
[pluˈtonio]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
плутоний (химический элемент)
plutonium (chemical element) · ραδιενεργό στοιχείο — радиоактивный элемент
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πλουτώνιο
вин.
το πλουτώνιο
род.
του πλουτωνίου
зват.
πλουτώνιο
Мн. ч.
им.
τα πλουτώνια
вин.
τα πλουτώνια
род.
των πλουτωνίων
зват.
πλουτώνια
Примеры
Το πλουτώνιο χρησιμοποιείται σε πυρηνικές αντιδράσεις.
Плутоний используется в ядерных реакциях. · Plutonium is used in nuclear reactions.
Η ραδιενέργεια του πλουτωνίου είναι πολύ επικίνδυνη.
Радиоактивность плутония очень опасна. · The radioactivity of plutonium is highly dangerous.
Τα αποθέματα πλουτωνίου πρέπει να φυλάσσονται προσεκτικά.
Запасы плутония должны храниться осторожно. · Plutonium stocks must be stored carefully.