πλουτίζω
[pluˈtizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
обогащать (делать богаче)
to enrich (make wealthy) · πλουτίζει την οικογένεια — обогащает семью
2
обогащаться (становиться богаче)
to become rich, to grow wealthy · πλούτισε με το εμπόριο — обогатился торговлей
Грамматика
Настоящее время
εγώ
πλουτίζω
εσύ
πλουτίζεις
αυτός
πλουτίζει
εμείς
πλουτίζουμε
εσείς
πλουτίζετε
αυτοί
πλουτίζουν
Аорист
εγώ
πλούτισα
εσύ
πλούτισες
αυτός
πλούτισε
εμείς
πλουτίσαμε
εσείς
πλουτίσατε
αυτοί
πλούτισαν
Будущее
εγώ
θα πλουτίσω
εσύ
θα πλουτίσεις
αυτός
θα πλουτίσει
εμείς
θα πλουτίσουμε
εσείς
θα πλουτίσετε
αυτοί
θα πλουτίσουν
Примеры
Οι εξαγωγές πλουτίζουν τη χώρα.
Экспорт обогащает страну. · Exports enrich the country.
Πλούτισε με το εμπόριό του.
Он обогатился своей торговлей. · He became wealthy through his trading.
Αυτές οι εμπειρίες του πλούτισαν τη ζωή.
Эти опыты обогатили его жизнь. · These experiences enriched his life.