πλησιέστερος
[pliˈsjesteros]прилагательноеA2
Значения
1
более близкий, ближайший
closer, nearest · ο πλησιέστερος φίλος — самый близкий друг
Грамматика
мужской род
им.
πλησιέστερος
вин.
πλησιέστερο
род.
πλησιέστερου
зват.
πλησιέστερε
женский род
им.
πλησιέστερη
вин.
πλησιέστερη
род.
πλησιέστερης
зват.
πλησιέστερη
средний род
им.
πλησιέστερο
вин.
πλησιέστερο
род.
πλησιέστερου
зват.
πλησιέστερο
Примеры
Το πλησιέστερο νοσοκομείο είναι δύο χιλιόμετρα μακριά.
Ближайшая больница находится в двух километрах отсюда. · The nearest hospital is two kilometres away.
Η πλησιέστερη στάση λεωφορείου είναι εκεί.
Ближайшая остановка автобуса находится там. · The closest bus stop is over there.
Οι πλησιέστεροι συγγενείς του ζουν στο εξωτερικό.
Его ближайшие родственники живут за границей. · His nearest relatives live abroad.