Греческий словарь
с грамматикой

πλησιάζω

[pliˈsjazo]глаголA2

Значения

1
приближаться, подходить
approach, draw near, come close · πλησιάζει το καλοκαίρι — приближается лето
2
подходить к кому-то, приближаться (с целью контакта)
approach someone, go up to · πλησίασε με ένα χαμόγελο — подошла ко мне с улыбкой
3
быть похожим, граничить с чем-то
border on, be similar to, approximate · πλησιάζει τα τριάντα χρόνια — она близко к тридцати годам

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πλησιάζω
εσύ
πλησιάζεις
αυτός
πλησιάζει
εμείς
πλησιάζουμε
εσείς
πλησιάζετε
αυτοί
πλησιάζουν
Аорист
εγώ
πλησίασα
εσύ
πλησίασες
αυτός
πλησίασε
εμείς
πλησιάσαμε
εσείς
πλησιάσατε
αυτοί
πλησίασαν
Будущее
εγώ
θα πλησιάσω
εσύ
θα πλησιάσεις
αυτός
θα πλησιάσει
εμείς
θα πλησιάσουμε
εσείς
θα πλησιάσετε
αυτοί
θα πλησιάσουν

Примеры

Ο χειμώνας πλησιάζει γρήγορα.
Зима приближается быстро. · Winter is approaching quickly.
Πλησίασε με και μου ζήτησε τη διεύθυνσή μου.
Он подошёл ко мне и попросил мой адрес. · He approached me and asked for my address.
Την πλησίασαν δύο άγνωστοι άνδρες.
К ней подошли два незнакомца. · Two strangers approached her.
Η ηλικία του πλησιάζει τα πενήντα.
Его возраст близок к пятидесяти. · His age is close to fifty.