Греческий словарь
с грамматикой

πληρώνω

[pliˈrono]глаголA1

Значения

1
платить, оплачивать
pay, settle a bill · πληρώνω το λογαριασμό — плачу счёт
2
рассчитываться (за что-то), платить цену
pay for, suffer consequences · πληρώνω για το λάθος μου — расплачиваюсь за свою ошибку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πληρώνω
εσύ
πληρώνεις
αυτός
πληρώνει
εμείς
πληρώνουμε
εσείς
πληρώνετε
αυτοί
πληρώνουν
Аорист
εγώ
πλήρωσα
εσύ
πλήρωσες
αυτός
πλήρωσε
εμείς
πληρώσαμε
εσείς
πληρώσατε
αυτοί
πλήρωσαν
Будущее
εγώ
θα πληρώσω
εσύ
θα πληρώσεις
αυτός
θα πληρώσει
εμείς
θα πληρώσουμε
εσείς
θα πληρώσετε
αυτοί
θα πληρώσουν

Примеры

Πλήρωσα το εισιτήριο για τον κινηματογράφο.
Я оплатил билет в кинотеатр. · I paid for the cinema ticket.
Πληρώνεις το ενοίκιό σου κάθε μήνα;
Ты платишь аренду каждый месяц? · Do you pay your rent every month?
Θα πληρώσουμε τον λογαριασμό του ξενοδοχείου αύριο.
Мы оплатим счёт отеля завтра. · We'll settle the hotel bill tomorrow.
Στο τέλος πληρώνεις πάντα για τα λάθη σου.
В конце концов ты всегда платишь за свои ошибки. · In the end you always pay for your mistakes.