Греческий словарь
с грамматикой

πληρόω

[pliˈroo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2

Значения

1
платить, оплачивать
pay, settle (a bill, debt) · πληρώνω το ενοίκιο — плачу арендную плату
2
выполнять, исполнять (условие, требование)
fulfil, meet (a condition, requirement) · πληρώνω τις προϋποθέσεις — выполняю условия
3
заполнять (форму, бланк)
fill in, fill out (a form) · πληρώνω το έντυπο — заполняю бланк

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πληρόω
εσύ
πληρώς
αυτός
πληρώ
εμείς
πληρώουμε
εσείς
πληρώετε
αυτοί
πληρώουν
Аорист
εγώ
πλήρωσα
εσύ
πλήρωσες
αυτός
πλήρωσε
εμείς
πληρώσαμε
εσείς
πληρώσατε
αυτοί
πλήρωσαν
Будущее
εγώ
θα πληρώσω
εσύ
θα πληρώσεις
αυτός
θα πληρώσει
εμείς
θα πληρώσουμε
εσείς
θα πληρώσετε
αυτοί
θα πληρώσουν

Примеры

Πλήρωσα το λογαριασμό του νερού χθες.
Вчера я оплатил счёт за воду. · I paid the water bill yesterday.
Πληρώνουμε πάντα με πιστωτική κάρτα.
Мы всегда платим кредитной картой. · We always pay by credit card.
Έχεις πληρώσει τις προϋποθέσεις της δουλειάς;
Ты выполнил условия работы? · Have you met the job requirements?
Θα πληρώσετε το έντυπο στο γραφείο.
Вы заполните бланк в офисе. · You will fill out the form at the office.