πληρωτής
[pliroˈtis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
плательщик, тот, кто платит
payer, person who pays · ο πληρωτής του λογαριασμού — плательщик счёта
2
должник (в юридическом контексте)
debtor, obligor (legal term) · ο πληρωτής μιας υποχρέωσης — должник обязательства
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο πληρωτής
вин.
τον πληρωτή
род.
του πληρωτή
зват.
πληρωτή
Мн. ч.
им.
οι πληρωτές
вин.
τους πληρωτές
род.
των πληρωτών
зват.
πληρωτές
Примеры
Ο πληρωτής πρέπει να καταβάλει το ποσό έγκαιρα.
Плательщик должен внести сумму вовремя. · The payer must settle the amount on time.
Οι πληρωτές των φόρων υποχρεούνται να δηλώσουν τα εισοδήματά τους.
Налогоплательщики обязаны декларировать свои доходы. · Taxpayers are required to declare their income.
Στην τραπεζική, ο πληρωτή είναι αυτός που εκδίδει την επιταγή.
В банковской практике плательщик — тот, кто выписывает чек. · In banking, the payer is the one who issues the cheque.