Греческий словарь
с грамматикой

πληροφορώ

[plirofoˈro]глаголB1

Значения

1
информировать, сообщать
to inform, to tell · πληροφόρησε τον φίλο του — сообщил своему другу
2
осведомлять, давать информацию
to provide information, to brief · πληροφόρησαν την αστυνομία — осведомили полицию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πληροφορώ
εσύ
πληροφορείς
αυτός
πληροφορεί
εμείς
πληροφορούμε
εσείς
πληροφορείτε
αυτοί
πληροφορούν
Аорист
εγώ
πληροφόρησα
εσύ
πληροφόρησες
αυτός
πληροφόρησε
εμείς
πληροφορήσαμε
εσείς
πληροφορήσατε
αυτοί
πληροφόρησαν
Будущее
εγώ
θα πληροφορήσω
εσύ
θα πληροφορήσεις
αυτός
θα πληροφορήσει
εμείς
θα πληροφορήσουμε
εσείς
θα πληροφορήσετε
αυτοί
θα πληροφορήσουν

Примеры

Θα σας πληροφορήσω για την απόφαση αύριο.
Я сообщу вам о решении завтра. · I will inform you about the decision tomorrow.
Η εταιρεία πληροφορεί τους πελάτες για τις αλλαγές.
Компания информирует клиентов об изменениях. · The company informs customers of the changes.
Πληροφόρησαν με ότι η συνάντηση ακυρώθηκε.
Мне сообщили, что встреча отменена. · They told me the meeting was cancelled.
Δεν με πληροφόρωσε για το πρόβλημα.
Он не осведомил меня о проблеме. · He didn't inform me about the problem.