πληροφοριοδότης
[pliroforiodótis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
информатор, осведомитель
informant, informer · ο πληροφοριοδότης της αστυνομίας — осведомитель полиции
2
источник информации
source of information · αξιόπιστος πληροφοριοδότης — надёжный источник информации
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο πληροφοριοδότης
вин.
τον πληροφοριοδότη
род.
του πληροφοριοδότη
зват.
πληροφοριοδότη
Мн. ч.
им.
οι πληροφοριοδότες
вин.
τους πληροφοριοδότες
род.
των πληροφοριοδοτών
зват.
πληροφοριοδότες
Примеры
Ο πληροφοριοδότης έδωσε σημαντικές πληροφορίες.
Осведомитель предоставил важную информацию. · The informant provided important information.
Ο δημοσιογράφος προστατεύει τους πληροφοριοδότες του.
Журналист защищает своих источников. · The journalist protects his sources.
Χρησιμοποίησαν τον πληροφοριοδότη για να συλλέξουν στοιχεία.
Они использовали осведомителя для сбора улик. · They used the informant to gather evidence.