πληρεξούσιος
[plirekˈsusios]прилагательноеB2
Значения
1
уполномоченный, имеющий полномочия
authorized, having full power of attorney · πληρεξούσιος αντιπρόσωπος — уполномоченный представитель
Грамматика
мужской род
им.
πληρεξούσιος
вин.
πληρεξούσιο
род.
πληρεξούσιου
зват.
πληρεξούσιε
женский род
им.
πληρεξουσία
вин.
πληρεξουσία
род.
πληρεξουσίας
зват.
πληρεξουσία
средний род
им.
πληρεξούσιο
вин.
πληρεξούσιο
род.
πληρεξούσιου
зват.
πληρεξούσιο
Примеры
Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος υπέγραψε τη σύμβαση.
Уполномоченный представитель подписал договор. · The authorized representative signed the contract.
Έδωσε πληρεξούσια εντολή στον δικηγόρο.
Он дал адвокату доверенность. · He gave the lawyer a power of attorney.
Η πληρεξουσία δύναμη του δικαστηρίου είναι απόλυτη.
Полномочия суда являются абсолютными. · The court's authority is absolute.