Греческий словарь
с грамматикой

πλημμυρίζω

[plimiriˈzo]глаголB1

Значения

1
затапливать, наводнять
to flood, to inundate · το νερό πλημμυρίζει το χωράφι — вода затапливает поле
2
переполнять, заполнять в избытке
to overwhelm, to flood (figuratively) · τα συναισθήματα πλημμυρίζουν την καρδιά — чувства переполняют сердце

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πλημμυρίζω
εσύ
πλημμυρίζεις
αυτός
πλημμυρίζει
εμείς
πλημμυρίζουμε
εσείς
πλημμυρίζετε
αυτοί
πλημμυρίζουν
Аорист
εγώ
πλημμύρισα
εσύ
πλημμύρισες
αυτός
πλημμύρισε
εμείς
πλημμυρίσαμε
εσείς
πλημμυρίσατε
αυτοί
πλημμύρισαν
Будущее
εγώ
θα πλημμυρίσω
εσύ
θα πλημμυρίσεις
αυτός
θα πλημμυρίσει
εμείς
θα πλημμυρίσουμε
εσείς
θα πλημμυρίσετε
αυτοί
θα πλημμυρίσουν

Примеры

Ο ποταμός πλημμύρισε τα χωράφια.
Река затопила поля. · The river flooded the fields.
Τα συναισθήματα πλημμυρίζουν την ψυχή του.
Эмоции переполняют его душу. · Emotions overwhelm his soul.
Όταν άκουσε τα νέα, χαρά πλημμύρισε το πρόσωπό του.
Когда он услышал новость, его лицо озарилось радостью. · When he heard the news, joy flooded his face.
Κάθε φορά που βρέχει πολύ, το λιμάνι πλημμυρίζεται.
Каждый раз, когда идёт сильный дождь, гавань затапливается. · Whenever it rains heavily, the harbor gets flooded.