πληκτρολόγιο
[pliktrɔˈlɔʝi.ɔ]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
клавиатура (компьютера, пианино и т.д.)
keyboard (of computer, piano, etc.) · πληκτρολόγιο του υπολογιστή — компьютерная клавиатура
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πληκτρολόγιο
вин.
το πληκτρολόγιο
род.
του πληκτρολογίου
зват.
πληκτρολόγιε
Мн. ч.
им.
τα πληκτρολόγια
вин.
τα πληκτρολόγια
род.
των πληκτρολογίων
зват.
πληκτρολόγια
Примеры
Το πληκτρολόγιο του υπολογιστή είναι σπασμένο.
Клавиатура компьютера сломана. · The computer keyboard is broken.
Χρησιμοποιώ ένα ασύρματο πληκτρολόγιο.
Я использую беспроводную клавиатуру. · I use a wireless keyboard.
Πληκτρολογώ το κείμενο στο πληκτρολόγιό μου.
Я печатаю текст на моей клавиатуре. · I type the text on my keyboard.
Τα πληκτρολόγια των πιάνων είναι πολύ διαφορετικά.
Клавиатуры фортепиано очень отличаются. · Piano keyboards are very different.